‘Κυπριακή Βιοποικιλότητα: γνωριμία με τη χλωρίδα του νησιού μας’

 

 

Στέλλα Σταυρινίδου

 

Α. Βιοποικιλότητα: θεωρητική προσέγγιση

 

·        Ορισμός βιοποικιλότητας

Η βιολογική ποικιλότητα ή βιοποικιλότητα ορίζεται ως η ποικιλία διαφόρων μορφών ζωής του πλανήτη μας. Συγκεκριμένα, περιλαμβάνει τα διάφορα είδη φυτών, ζώων, και μικροοργανισμών, τα γονίδια που εμπεριέχονται σε αυτά, καθώς και τα οικοσυστήματα στα οποία αλληλεπιδρούν όλα τα πιο πάνω. Ο όρος βιοποικιλότητα καθιερώθηκε το 1986 στις Η.Π.Α, με πρωταρχικό σκοπό να εξεταστούν οι αρνητικές συνέπειες της εξαφάνισης πολλών μορφών ζωής και να καθοριστούν μέτρα προστασίας του βιόκοσμου. Με την υπογραφή της Σύμβασης του Ο.Η.Ε. για τη Βιολογική Ποικιλότητα στο Ριο ντε Τζανέιρο το 1992, τέθηκε το νομικό πλαίσιο γύρω από το οποίο οι συμβαλλόμενες χώρες δεσμεύτηκαν να διατηρήσουν και να προστατεύσουν τη βιοποικιλότητα του πλανήτη μας.

·        Σημασία της βιοποικιλότητας

Η διατήρηση της βιοποικιλότητας του πλανήτη μας αποτελεί στόχο  πρωταρχικής σημασίας, αφού η επιβίωση του ανθρώπινου είδους επηρεάζεται άμεσα από αυτή. Η ανθρωπότητα αποκομίζει τεράστια οφέλη από την ύπαρξη βιολογικής ποικιλομορφίας. Η τροφή, η ενέργεια, τα φάρμακα και οι πρώτες ύλες είναι μόνο μερικά από τα αμέτρητα οφέλη που απολάμβαναν οι ανθρώπινοι πληθυσμοί, από το μακρινό παρελθόν μέχρι και σήμερα.

·        Η βιοποικιλότητα υπό απειλή

Η επιστημονική κοινότητα έχει εντείνει το ενδιαφέρον της για τη βιοποικιλότητα τα τελευταία πενήντα χρόνια, κυρίως λόγω της κοινής παραδοχής ότι οι ανθρώπινες δραστηριότητες προκαλούν ανεπανόρθωτες απώλειες στα οικοσυστήματα του πλανήτη μας. Η εξαφάνιση πολλών ειδών φυτών και ζώων σχετίζεται άμεσα με την περιβαλλοντική ρύπανση, την καταστροφή των ενδιαιτημάτων λόγω ανεξέλεγκτης ανάπτυξης, την εξάπλωση ξενικών ειδών στα οικοσυστήματα, και τις ραγδαίες κλιματικές αλλαγές.

 

Β. Κυπριακή Χλωρίδα: ένας αξιοζήλευτος πλούτος

 

·        Η Χλωρίδα στην Κύπρο

Είναι ευρέως γνωστό ότι η Κύπρος, παρά το μικρό της μέγεθος, κατέχει αξιοζήλευτο πλούτο χλωρίδας. Αυτό οφείλεται στη γεωγραφική της θέση, το κλίμα, τα γεωλογικά αλλά και τα γεωμορφολογικά της γνωρίσματα. Υπολογίζεται ότι τα πρώτα φυτά έκαναν την εμφάνισή τους στο νησί πριν 10-15 εκατομμύρια χρόνια, οπότε και άρχισαν να δημιουργούνται οι πρώτες φυτοκοινωνίες. Τα  φυτά αυτά, τα οποία προήρθαν από τη Μικρά Ασία, τη Συρία και τα ελληνικά νησιά, μεταφέρθηκαν εδώ με τα ζώα, τα πουλιά, τα θαλάσσια ρεύματα και τον άνεμο. Βεβαίως, πολύ αργότερα οι άνθρωποι (ναυτικοί, έμποροι, κατακτητές) εισήγαγαν και καλλιέργησαν μεγάλο αριθμό φυτών στο νησί μας, τα  οποία ήταν κυρίως καρποφόρα.  

 

Η πλούσια ποικιλία της κυπριακής βλάστησης έχει απασχολήσει πολλούς ερευνητές. Η ουσιαστική μελέτη της χλωρίδας του νησιού τοποθετείται  στα τέλη του 18ου αιώνα. Συγκεκριμένα, η πρώτη συστηματική καταγραφή των φυτών του νησιού μας έγινε το 1787 από τους Βρετανούς John Sibthorb,  John Hawkins και Ferdinand Bauer. Ακολούθησαν πολλοί άλλοι ερευνητές,  ξένοι και ντόπιοι, οι οποίοι μέσα από τις μελέτες τους κατόρθωσαν να συλλέξουν και να καταγράψουν μεγάλο αριθμό φυτών. Με βάση πρόσφατα στοιχεία, υπολογίζεται ότι η κυπριακή χλωρίδα αποτελείται από 1910 διαφορετικά φυτά, που κατηγοριοποιούνται ως εξής: δέντρα, θάμνοι, ημίθαμνοι και πόες. Από αυτά, τα 140 είδη είναι ενδημικά (7% της νησιώτικης χλωρίδας), αφού έχουν εντοπιστεί μόνο στην Κύπρο.

 

·        Μορφές ανάπτυξης των φυτών

Οι βασικότερες μορφές ανάπτυξης των φυτών είναι τα ξηλώδη και τα ποώδη. Στα ξυλώδη φυτά περιλαμβάνονται τα δέντρα, οι θάμνοι, οι ημίθαμνοι και τα φρύγανα. Στα ποώδη περιλαμβάνονται τα σιτηρά και άλλα μονοετή φυτά. Yπάρχουν επίσης κι άλλες μορφές ανάπτυξης των φυτών, όπως για παράδειγμα τα παχύφυτα.

 

1.      Δέντρα: είναι τα μεγαλύτερα φυτά του πλανήτη μας, αφού σε ορισμένες περιπτώσεις μπορούν να φθάσουν τα 100 μέτρα ύψος. Τα μέρη των δέντρων είναι η ρίζα, ο κορμός και η κόμη που περιλαμβάνει τα κλαδιά, τα φύλλα, και τα άνθη / καρπούς. Στο νησί μας απαντά κανείς τα κωνοφόρα δέντρα, αειθαλή φυτά με βελονοειδή φύλλα όπως ο πεύκος, τα οποία ευδοκιμούν κυρίως σε ορεινές περιοχές. Τα πλατύφυλλα, όπως η βελανιδιά και ο πλάτανος είναι μια άλλη κατηγορία δέντρων, αειθαλή ή φυλλοβόλα, των οποίων οι ανάγκες για νερό είναι αυξημένες συγκριτικά με τα κωνοφόρα.

 

2.      Θάμνοι: είναι φυτά των οποίων το ύψος κυμαίνεται από μερικά εκατοστά μέχρι και 6 μέτρα. Σε αντίθεση με τα δέντρα, οι θάμνοι δεν έχουν κορμό αλλά διακλαδίζονται από το έδαφος. Ένα παράδειγμα θάμνου από την κυπριακή χλωρίδα είναι η σχινιά.

 

3.      Ημίθαμνοι: αποτελούν μια ενδιάμεση κατηγορία μεταξύ θάμνων και πόων, και φτάνουν σε ύψος μέχρι 50 εκατοστά. Ένα κοινό είδος ημίθαμνου στην Κύπρο έιναι το ηλιάνθεμον.

 

4.      Πόες: η συγκεκριμένη μορφή βλάστησης διαφέρει σε σχέση με τις προηγούμενες γιατί το υπέργειο της μέρος δεν είναι ξυλώδες. Τα ποώδη φυτά μπορεί να είναι μονοετή, διετή ή πολυετή, ανάλογα με τον κύκλο ζωής τους. Το υπέργειο τμήμα των διετών και πολυετών ποωδών φυτών ξηραίνεται κάθε χρόνο, ενώ το υπόγειο τμήμα (ρίζα, βολβός ή κόνδυλος) παραμένει στο έδαφος. Στα πολυετή ποώδη φυτά οι υπέργειοι βλαστοί αναπτύσσονται ετησίως από οφθαλμούς στο υπόγειο τμήμα του φυτού. Μερικές πόες που μπορεί κανείς να συναντήσει την Κύπρο είναι το κυπριακό κυκλάμινο, η τουλίπα και το μελισσάκι.

 

·        Τύποι βλάστησης

Η φυσική βλάστηση του νησιού κατηγοριοποιείται ως εξής:

 

1.      Δάση: τα κυπριακά δάση απαντώνται στις ορεινές και ημιορεινές περιοχές του νησιού. Θεωρούνται δάση κωνοφόρων λόγω της ύπαρξης πολλών πεύκων. Κυρίαρχο είδος μέχρι το υψόμετρο των 1200 μέτρων είναι η τραχεία πεύκη, ενώ σε μεγαλύτερα υψόμετρα κυριαρχεί η μαύρη πεύκη. Το Δάσος Πάφου είναι το μεγαλύτερο σε έκταση και σε αυτό απαντούμε το κέδρο, το μοναδικό ενδημικό δέντρο. Στα δάση εντοπίζεται μεγάλη ποικιλία θάμνων, ημίθαμνων και πόων (Παράρτημα/Φωτ.1).

 

2.      Αείφυλλοι σκληρόφυλλοι θαμνώνες: αύτος ο τύπος βλάστησης αποτελείται κυρίως από ψηλούς θάμνους και δέντρα, δηλαδή τον αόρατο, την ελιά, τη χαρουπιά, τη λατζιά, την αντρουκλιά, το σφένδαμο κ.τ.λ. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι πολλοί θαμνώνες προέκυψαν λόγω της υποβάθμισης δάσους από πυρκαγιές και υλοτομίες. Σε κάποιες άλλες περιπτώσεις, οι θαμνώνες προκύπτουν λόγω φυσικής αναβάθμισης της φρυγανώδους βλάστησης σε συγκεκριμένη περιοχή (Παράρτημα/Φωτ.2).

 

3.      Φρύγανα: η φρυγανώδης βλάστηση βρίσκεται κυρίως σε μέτρια και χαμηλά υψόμετρα και αποτελείται από χαμηλούς θάμνους και ποώδη φυτά, χωρίς αυτό να αποκλείει και την ύπαρξη δέντρων. Πολλές φορές, ο συγκεκριμένος τύπος βλάστησης απαντάται σε άγονο έδαφος. Η φρυγανώδης βλάστηση μπορεί να εξελιχθεί σε θαμνώνα ή και δάσος, εάν δε πληγεί από πυρκαγιές. Οι ξισταρκές, το μαζί, το θυμάρι και η σχινιά είναι κοινά φυτά σε περιοχές με φρυγανώδη βλάστηση (Παράρτημα/Φωτ.3).

 

4.      Λιβαδική: ο συγκεκριμένος τύπος βλάστησης δεν είναι ιδιαίτερα διαδεδομένος στο νησί μας. Είναι μικρές εκτάσεις γης, που αποτελούνται από ποώδη φυτά, μονοετή ή πολυετή (λαψάνες, παπαρούνες, ανεμώνες, ασφόδελους). Σε ορισμένες περιπτώσεις, η λιβαδική βλάστηση απαντάται σε συνδυασμό με τη φρυγανώδη βλάστηση (Παράρτημα/Φωτ.4).

 

5.      Παραποτάμια ή παρόχθια: τη συναντάμε κατά μήκος των ποταμών σε διάφορα υψόμετρα. Είναι πλούσια βλάστηση λόγω της ύπαρξης του νερού και περιλαμβάνει δέντρα, θάμνους και ποώδη φυτά. Ο πλάτανος, η λέυκα, ο σκλήδρος, η μερσινιά και η ροδοδάφνη περιλαμβάνονται σε αυτό τον τύπο βλάστησης. Τα φυτά αυτά ονομάζονται ‘υδρόφιλα’ λόγω των υψηλών απαιτήσεων τους σε νερό (Παράρτημα/Φωτ.5).

 

6.      Παράκτια: περιλαμβάνει μια ζώνη πλάτους μέχρι και 150 μέτρων από τη θάλασσα συνήθως με αμμώδεις ή βραχώδεις ακτές. Η βλάστηση είναι αραιή και χαμηλή και αποτελείται από φυτά τα οποία είναι προσαρμοσμένα σε εξειδικευμένες συνθήκες, δηλαδή στην υψηλή περιεκτικότητα άλατος στο έδαφος και στον άνεμο. Το κάρδαμο, ο κρίνος του γιαλού, το αθάνατο και τα κήρταμα είναι φυτά που απαντώνται σε παράλιες περιοχές (Παράρτημα/Φωτ.6).

 

7.      Αλοφυτική: το συγκεκριμένο είδος βλάστησης απαντάται στις Αλυκές Λάρνακας και Λεμεσού, όπου το έδαφος περιέχει υψηλά επίπεδα άλατος. Τα αλόφυτα ή αλμυρίκια, δηλαδή αυτά που σχηματίζουν φυτοκοινωνίες γύρω από τις αλυκές, είναι συνήθως θαμνώδη είδη όπως για παράδειγμα το αρμυρίδι, σκλινίτζι και οριζόψης. Τα φυτά αραιώνουν όσο πλησιάζουμε τις αλυκές λόγω της αύξησης της συγκέντρωσης αλάτων στο έδαφος.

 

 

Γ. Βιβλιογραφία

 

Σακελλαριάδης, Σπ. (2000) Οικοσυστήματα: Ειδικά Θέματα Αειφορικής Γεωργίας. Θεσσαλονίκη, Εκδόσεις Γιαχούδη- Γιαπούλη

 

Τσιντίδης, Τ. (1995) Τα ενδημικά φυτά της Κύπρου. Λευκωσία. Συγκρότημα Τράπεζας Κύπρου

 

Τσιντίδης, Τ., Χατζηκυριάκου, Γ. και Χριστοδούλου, Χ. (2002) Δέντρα και Θάμνοι στην Κύπρο. Λευκωσία, Ιδρυμα Α.Γ. Λεβέντη

 

Τσιντίδης, Τ. κ.α. (2007) Το κόκκινο βιβλίο της χλωρίδας της Κύπρου. Λευκωσία, Φιλοδασικός Σύνδεσμος Κύπρου

 

Χατζηκυριάκου, Γ. (2007) Αρωματικά και Αρτυματικά Φυτά στην Κύπρο. Λευκωσία, Πολιτιστικό Ίδρυμα Τραπέζης Κύπρου

 

Υπουργείο Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος (1997) Αγριολούλουδα και άλλα φυτά της κυπριακής χλωρίδας. Λευκωσία, Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών

 

Δ. Παράρτημα

Φωτ.1

photo1

 

Φωτ.2

  

photo2

 

Φωτ.3

 photo3

Φωτ.4

 

photo4 

 

Φωτ.5

 

photo5

Φωτ.6

 

photo6

JSN Gruve template designed by JoomlaShine.com